Το μαλακό υπογάστριο της ελληνικής Δεξιάς

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Φιλόλογος – Ιστορικός

Έχοντας αφήσει σκόπιμα πίσω μας όλη τη συζήτηση που πυροδότησαν τα θυρανοίξια του μουσείου στη μνήμη του Νίκου Μπελογιάννη, είναι χρήσιμο να εστιάσουμε σε μία κύρια ή έστω παράπλευρη στόχευση της κυβερνώσας (sic) Αριστεράς με τέτοιου είδους πρωτοβουλίες· την πρόκληση -το λιγότερο- αμηχανίας στις τάξεις της Δεξιάς (ο όρος εδώ με ευρύ περιεχόμενο και με κάθε πιθανή του απόχρωση, ως συνολικό πολιτικό μπλοκ). Πόθεν πηγάζει η αμηχανία της καθ΄ ημάς Δεξιάς στον χειρισμό της ιστορικής μνήμης και κατάθεσης; Από το διαρκές και ανομολόγητο ενοχικό της σύνδρομο, που συνοψίζεται στην ανάληψη της ευθύνης για όσα την κατηγόρησε η Αριστερά (όχι όσα πραγματικά έγιναν) κατά την περίοδο 1941-1974.

Αδράνεια κατά του κατακτητή ή απροκάλυπτος δωσιλογισμός, υποτέλεια, εξώθηση της Αριστεράς στον εμφύλιο σπαραγμό, υιοθέτηση απάνθρωπων μεθόδων από εκτοπίσεις ως εκτελέσεις αγωνιστών, μηχανορραφίες, αντιδημοκρατικότητα, περιορισμός των ατομικών ελευθεριών, βιασμός της δημοκρατίας με παρακράτος και παρασύνταγμα, δικτατορία. Στο μυαλό του μέσου Έλληνα -μεγάλης μερίδας των ψηφοφόρων και πολιτευομένων της συμπεριλαμβανομένων- η παράταξη της Δεξιάς είναι υπεύθυνη για όλα τα παραπάνω. Πρόκειται στην ουσία για εξ αποκαλύψεως “αλήθεια” που συστηματικά καλλιεργήθηκε και εκπορεύτηκε για δεκαετίες από τις ημεδαπές ελίτ διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, μια αφήγηση που ακόμα δεν έχει αμφισβητηθεί ανοιχτά σε πολιτικό επίπεδο κορυφής. Δεν έχει διατυπωθεί ποτέ συγκροτημένος αντίλογος από την ηγεσία της ελεγχόμενης παράταξης -πλην της μοναχικής περίπτωσης του Ευάγγελου Αβέρωφ, που όμως συμβόλιζε ακριβώς εκείνη την Δεξιά που είχε κριθεί ένοχη και η αντίδρασή του εύκολα μπορούσε να τοποθετηθεί στα όρια της αυτοάμυνας.

Αυτό είναι διαχρονικά το μαλακό υπογάστριο της συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα, η κατασκευασμένη και φορεμένη πάνω της ενοχή για γεγονότα στα οποία είχε κατά κανόνα μηδενική, μικρή ή διαφορετική από την καταλογιζόμενη ευθύνη. Κάθε αναφορά, κάθε παραπομπή σε αυτή την ιστορική αλλά και κοινωνικοπολιτική κονίστρα είναι αρκετή για να αποσυντονίσει τον πολιτικό λόγο και τη δημόσια παρουσία της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών εκπροσώπων της παράταξης αυτής, ακόμα και σήμερα. Ελάχιστοι γνωρίζουν έστω και στοιχειωδώς να αποδομήσουν τα προκάτ αφηγήματα της κάθε κοπής αριστερής εκδοχής. Ακριβώς γιαυτό, πολύ εύκολα και πρόθυμα η Αριστερά στην Ελλάδα μεταθέτει την ουσιαστική δημόσια συζήτηση στο κυνήγι φαντασμάτων, γνωρίζοντας ότι ανά πάσα στιγμή αυτό είναι το αδύνατο σημείο του αντιπάλου, η ανομολόγητη ενοχή.

Είναι ενδιαφέρον πως τα τελευταία χρόνια η αντίδραση σε αυτό το δόγμα έχει αρχίσει να έρχεται κατά κανόνα όχι από τον πολιτικό κόσμο, αλλά ακριβώς από τον χώρο των παραγωγών λόγου και σκέψης. Πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, αρθρογράφοι, ως και καλλιτέχνες, προερχόμενοι κυρίως από τον χώρο του Κέντρου ως και από την ίδια την Αριστερά, άρχισαν να σηκώνουν το σεντόνι της σιωπής στον δημόσιο χώρο. Αντίθετα, η Δεξιά -πλην ελάχιστων εξαιρέσεων- τόσο ως χώρος πολιτικής δράσης, όσο και ως δεξαμενή πνευματικής δραστηριότητας απουσιάζει ως τώρα από αυτή την προσπάθεια αναθεώρησης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την κατ’ εξοχήν δημόσια σφαίρα, την πολιτική αντιπαράθεση και τον δημόσιο διάλογο δηλαδή.

Είναι, όμως, προϋπόθεση για οποιαδήποτε πραγματική εθνική ανάταξη να δοθεί αποφασιστικά αυτός ο αγώνας, και μάλιστα να δοθεί από την ίδια τη Δεξιά, όχι από άλλους. Την μάχη για την ιστορική της αξιοπρέπεια, για την ηθική της αποκατάσταση οφείλει να την δώσει πρώτη αυτή, δεν μπορεί να περιμένει να κάνουν άλλοι τη δική της δουλειά. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, που η Αριστερά ξεγυμνώνεται ως θεωρία, αντίληψη, πράξη και ανθρώπινο δυναμικό, σήμερα που το πλασματικό της “ηθικό πλεονέκτημα” κουρελιάζεται, είναι απαραίτητο να κλείσει αυτό το μέτωπο. Γιατί δεν μπορεί μια ευάλωτη και ψυχικά αιχμάλωτη αστική παράταξη να αναλάβει αποτελεσματικά το τεράστιο έργο ανάταξης αυτής της κατεστραμμένης χώρας.

Με ποιους όρους και με ποια δημόσια μαρτυρία μπορεί και πρέπει να γίνει αυτό; Προφανώς, όχι με διχαστικό λόγο και εμφυλιοπολεμικές αναπαραστάσεις. Η μεγάλη πλειοψηφία του σώματος των πολιτών που πρέπει να κερδηθεί είναι κάτω των 50 ετών, η ανασύσταση των φαντασμάτων του εμφυλίου σπαραγμού τους απωθεί. Πρέπει αυτή η διαδικασία να πραγματοποιηθεί κατά βάση με σύγχρονο και οραματικό λόγο. Εννοείται ότι επιβάλλεται να υπάρξουν αποφασιστικές απαντήσεις σε ζητήματα ιστορικής συνείδησης, όμως η στοχοθεσία οφείλει στο κέντρο της να περιέχει το μέλλον, το πώς θέλει αυτή η παράταξη την Ελλάδα στο μέλλον και γιατί δεν μπορεί αυτό σε καμία περίπτωση να επιτευχθεί από την Αριστερά λόγω της πραγματικής της ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας. Το ήμισυ, όμως, του παντός στο γκρέμισμα της κίβδηλης παραταξιακής ενοχής είναι το αντιγύρισμα της πρόκλησης. Η επιλογή της πρόκλησης είναι συνειδητή από την Αριστερά, έστω κι αν συχνά εκδηλώνεται και μηχανιστικά. Η επιλογή της απάντησης από τη Δεξιά θα δώσει αυτομάτως το αναγκαίο μήνυμα και εξαιρετικά σύντομα θα καταστεί σε όλες τις κατευθύνσεις συνείδηση, ότι έχει παρέλθει η εποχή της ανοχής στην αυτοθυματοποίηση της Αριστεράς και της ενοχής για κάθε τι αρνητικό, τουλάχιστον από την Κατοχή και εντεύθεν.

Για να αποφευχθεί κάθε παρερμηνεία, δεν προτείνεται εδώ η προβολή μιας αλάνθαστης Δεξιάς. Η αυτοκριτική και η ανάλυση της ιστορικής και της ενεστώσας ταυτότητας είναι διαδικασίες ατέρμονες και αναγκαίες. Εδώ, όμως, έχουμε να κάνουμε με κάτι εντελώς διαφορετικό, έχουμε μια μερική πολιτική αναπηρία και αυτό πρέπει να σταματήσει. Ποιος θα το κατανοήσει και θα αναλάβει να προετοιμάσει μια τέτοια προσπάθεια είναι άγνωστο, ποιος θα έπρεπε να το κάνει είναι εύκολο να το υποθέσουμε. Αυτή η διαδικασία τραγικής κάθαρσης για την συλλογική παραταξιακή συνείδηση του αστικού (με την ευρεία έννοια) κόσμου της χώρας είναι εξίσου σημαντική, με την διατύπωση ενός συνεκτικού και ρεαλιστικού προγραμματικού πλαισίου εξόδου της χώρας μας από την δίνη της οικονομικής και παραγωγικής καχεξίας. Μία παράταξη μπορεί σήμερα να αναλάβει τον κρίσιμο ρόλο του ανορθωτή και οφείλει να θωρακιστεί ψυχικά, ιδεολογικά, πολιτικά και προγραμματικά απέναντι σε μια κυβερνητικά ολέθρια και συνεπή στον ανερμάτιστο εαυτό της Αριστερά. Για την πατρίδα και το μέλλον της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *