Το ζήτημα του Μακεδονικού αλυτρωτισμού και η Ελλάδα

Γράφει ο Κωνσταντίνος Λεντάκης, υπ. Διδάκτορας του Παντείου Πανεπιστήμιου.

Δεν πρόλαβε να αναλάβει τα καθήκοντα του ο νέος πρόεδρος της Ευρωβουλής Antonio Tajani και ανασύρθηκε από το διαδίκτυο μια συνέντευξη που έδωσε το 2016, όπου κατά την διάρκεια επίσκεψης του στα Σκόπια έπραξε μια πολιτική γκάφα δηλώνοντας ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ενίσχυσε τα Ευρωπαϊκά σύνορα αποκρούοντας κάποια Ιρανική εισβολή και ότι η Ευρώπη χρωστά τόσο την ύπαρξη της όσο και το όνομα της στην Μακεδονία, εννοώντας την γείτονα χώρα. Με την επίδειξη πλήρους άγνοιας της αρχαίας ιστορίας και προσβάλλοντας την Ελληνική συνεισφορά στην Ευρωπαϊκή ιστορία από τους Περσικούς Πολέμους έως την Ελληνιστική Εκστρατεία ο νέος πρόεδρος της Ευρωβουλής προκάλεσε την κατακραυγή σύσσωμης της Ελληνικής πολιτικής τάξης. Μετά από συνάντηση με τον ευρωβουλευτή του ΕΛΚ Μανώλη Κεφαλογιάννη ο κ. Tajani απολογήθηκε από τον λογαριασμό του στο Twitter στα ελληνικά για να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τους Έλληνες πολίτες, φροντίζοντας ωστόσο να μην προσβάλλει τους κατοίκους της γειτονικής χώρας, εφόσον έγραψε σε μια γλώσσα που δεν θα καταλάβαιναν ότι έπαιρνε πίσω ότι τους είχε πει. Παράλληλα, η κυβέρνηση της Μάλτας που έχει αναλάβει την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, αναγνώρισε την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου εξωτερικών της τελευταίας. Το πιο αξιοθαύμαστο σε αυτή την νεά ιστορία με την Μάλτα είναι, ότι η Ελληνική κυβέρνηση δεν αντέδρασε καθόλου.

Το τελευταίο επεισόδιο σε αυτό το σήριαλ που ξεκίνησε την δεκαετία του ’90 και έχει πλέον μπει στο δεύτερο μισό της τρίτης δεκαετίας ύπαρξης του, αποτελεί μια καλή αφορμή για να επανεξετάσουμε το γιατί είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα το πως θα ονομάζεται η γειτονική μας χώρα και τι θα αναγνωρίζεται ως εθνική της ιστορία. Ο πληθυσμός της ΠΓΔΜ απαρτίζεται από δύο μεγάλες εθνικές ομάδες, τους βουλγαρόφωνους σλάβους που αποτελούν το 64% του πληθυσμού και τους αλβανόφωνους που υπολογίζονται γύρω στο 25%. Οι βουλγαρόφωνοι σλάβοι είναι εκείνοι που αυτοχαρακτηρίζονται ως Μακεδόνες παρά τις ενστάσεις της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Το ότι η κεντρική κυβέρνηση των Σκοπίων επιχειρεί να αποσπάσει ένα τμήμα της Ελληνικής εθνικής μας ιστορίας είναι μεν ανησυχητικό, αλλά όχι για τους λόγους τους οποίους πιστεύουμε. Ακόμη και αν η Ελληνική κυβέρνηση συμφωνούσε να αναγνωρίσει την γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα, ως Δημοκρατία της Μακεδονίας, αυτό δεν θα είχε καμία απολύτως εδαφική επίπτωση για την Ελλάδα. Το πως θα ονομάζεται η γειτονική χώρα και τι θα αναγνωρίζεται ως εθνική της ιστορία δεν μπορούν από μόνα τους να αλλάξουν τα σύνορα. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο με ένοπλη επέμβαση, κάτι που είναι τελείως ανέφικτο βάσει των δυνατοτήτων των αμελητέων ενόπλων δυνάμεων της γειτονικής χώρας.

Αυτή η διαπίστωση εγείρει το ερώτημα του ποιός είναι ο απώτερος σκοπός της κυβέρνησης της ΠΓΔΜ, όταν υποστηρίζει ότι αποτελεί συνέχεια της Ελληνιστικής Μακεδονίας. Δυστυχώς οι βουλγαρόφωνοι διεκδικούν την Μακεδονική ταυτότητα, ώστε να νομιμοποιήσουν την επιβολή της απόλυτης κυριαρχίας τους πάνω στην χώρα εις βάρος της αλβανόφωνης μειονότητας. Οι κυβερνήσεις των Σκοπίων υποστηρίζουν ότι η χώρα τους είναι η συνέχεια της αρχαίας Μακεδονίας, για να προκύπτει ότι η Αλβανόφωνη μειονότητα είναι μια παρείσακτη και ξένη πληθυσμιακή οντότητα με προέλευση από τους Μεσαιωνικούς εισβολείς της περιοχής. Είναι το κλασικό βαλκανικό εθνικιστικό παραλήρημα του “εγώ ήρθα πριν από εσένα, οπότε εσύ πρέπει να φύγεις, γιατί προσβάλλεις με την παρουσία σου την σπουδαία χώρα μου”. Όσο βλακώδες και αν ακούγεται, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι αυτός ο παραλογισμός ήταν η εθνική πολιτική της κυβέρνησης του Slobodan Milosevic και στοίχισε εκατοντάδες χιλιάδες ζωές στην πρώην Γιουγκοσλαβία την δεκαετία του ’90. Το ότι η κυβέρνηση του Nicola Gruevski ξόδεψε πάνω από 600 εκατομύρια ευρώ για να γεμίσει τα Σκόπια με αμφιβόλου αισθητικής νεοκλασικά κτίρια και αγάλματα προσωπικοτήτων της κλασικής αρχαιότητας δεν είναι καθόλου για γέλια, όπως νομίζουν Ευρωπαίοι δημοσιογράφοι. Ναι μεν προκύπτει ένα τεράστιο ζήτημα διαφθοράς και σπατάλης γύρω από το κολοσσιαίο οικοδομικό εγχείρημα Skopje 2014, αλλά το κύριο πρόβλημα είναι άλλο. Η κυβέρνηση του Ν. Gruevski γέμισε την πρωτεύουσα της χώρας του με μνημεία, που επι της ουσίας στέλνουν ως μήνυμα στους αλβανόφωνους κατοίκους της ΠΓΔΜ, ότι η χώρα ανήκει στους βουλγαρόφωνους συνεχιστές των Αντιγονιδών και ότι οι υπόλοιποι είναι παρείσακτοι.

Εφόσον μάλιστα η κυβέρνηση Gruevski είναι αποφασισμένη να επενδύσει πάνω από μισό δισεκατομύριο ευρώ εν μέσω οικονομικής κρίσης, για να πει στο 25% του πληθυσμού να πάει στην Αλβανία, εάν δεν ασπάζεται την Μακεδονική εθνική ταυτότητα, δεν θα ήταν εκτός πραγματικότητας το να δούμε μια επανάληψη των εθνοτικών συγκρούσεων που ταλάνισαν την εύθραυστη περιοχή μας πριν από μια γενιά. Η καταπίεση της Αλβανόφωνης μειονότητας οδήγησε στο ξέσπασμα ενός μικρής διάρκειας εμφυλίου πολέμου το 2001, του οποίου η γενίκευση αποφεύχθηκε χάρη στην ταχεία επέμβαση του ΝΑΤΟ, κατά την οποία η Ελλάδα έπαιξε έναν πολύ κεντρικό ρόλο. Όμως νέες συγκρούσεις Αλβανόφωνων τρομοκρατών με δυνάμεις ασφαλείας της ΠΓΔΜ ξέσπασαν πολύ πρόσφατα τον Μάιο του 2015 στην κοινότητα του Κουμάνοβο κοντά στα σύνορα με το Κόσοβο.

Η σωβινιστική πολιτική της κυβέρνησης Gruevski, που προωθεί έναν ανιστόρητο Μακεδονικό εθνικισμό εις βάρος των γειτονικών της χωρών, αλλά κυρίως εναντίον των μειονοτήτων στην επικράτεια της αργά ή γρήγορα θα αναζωπυρώσει την βια στην περιοχή. Η ελληνοκεντρική προσέγγιση του Μακεδονικού ζητήματος από όλες τις Ελληνικές κυβερνήσεις έως σήμερα έκανε το πρόβλημα δυσνόητο στους εξωτερικούς συμμάχους της Ελλάδας και γι’ αυτό τον λόγο δίσταζαν να πάρουν το μέρος της. Ο άμεσος κίνδυνος εθνοτικών συγκρούσεων θα έπρεπε να ανησυχεί το Ελληνικό πολιτικό δυναμικό περισσότερο και να προετοιμάζει τις ένοπλες δυνάμεις του να αποτρέψουν ένα τέτοιο εφιαλτικό ενδεχόμενο. Αν η Ελλάδα έπαιζε τον ρόλο του εγγυητή της ασφάλειας στην περιοχή, πράγμα το οποίο της το επιτρέπει το υψηλό επίπεδο των ενόπλων δυνάμεων της, θα βελτίωνε το γόητρο της, θα κέρδιζε τον σεβασμό των συμμάχων της, και θα τους οδηγούσε σε ταύτιση με τις ελληνικές θέσεις. Αντιθέτως, η φοβία μήπως μια αδύναμη χώρα, όπως η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με μια γελοία κυβέρνηση καταφέρει να αποσπάσει από την Ελλάδα τα βόρεια εδάφη της, όταν αποτελεί εθνική πολιτική, αποξενώνει την χώρα από τους συμμάχους της, οι οποίοι όπως είναι φυσικό δεν κατανοούν παθολογικούς φόβους. Με το να παραδίδουμε βαρετά φροντιστηριακά μαθήματα ιστορίας, σε όσους αποκαλούν την ΠΓΔΜ Μακεδονία, λες και έχουν την υποχρέωση να δώσουν πανελλήνιες την επόμενη εβδομάδα, δεν θα κερδίσουμε πολλούς υποστηρικτές για το δίκιο μας. Αν αντιθέτως αρχίσει η Ελλάδα να αναδεικνύει ως πραγματικό πρόβλημα, το ότι ο Nicola Gruevski και η κυβέρνηση του βαδίζουν στα χνάρια του Milosevic και αν επιτέλους η Ελλάδα συμπεριφερθεί ως εγγυητής της σταθερότητας και της ασφάλειας στην περιοχή, επακόλουθα θα αρχίσει να λαμβάνει από τους εταίρους της στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ τον σεβασμό που της αρμόζει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *