Η στρατηγική της ήττας

Γράφει ο Γιάννης Χαραλαμπίδης, Φιλόλογος – Ιστορικός

Η διαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία στην οποία κάθε πλευρά πρέπει να έχει σαφή αντίληψη, πριν καν κάτσει στο τραπέζι, για δύο πράγματα: το απώτατο σημείο στο οποίο δύναται να φτάσει η ίδια και το αντίστοιχο στο οποίο μπορεί να φτάσει ο απέναντι. Άγνοια ενός από τα δύο συνεπάγεται προδιαγεγραμμένη αποτυχία. Το πώς σχηματίζεται επαρκής αντίληψη για αυτά τα δύο αόριστα συχνά μεγέθη δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρο, δηλαδή δεν υπάρχει κάποια συνταγή, την οποία αν ακολουθήσει κάποιος τυφλά, έχει εγγυημένο αποτέλεσμα. Συνήθως, απαιτείται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό η διαίσθηση, χρειάζεται μια σχεδόν μεταφυσική ικανότητα νοηματικής χαρτογράφησης της θέλησης και της ανάγκης κάθε μέρους -πέραν φυσικά της απαραίτητης τεχνικής γνώσης του εκάστοτε πλαισίου. Γιαυτό, άλλωστε, και υπάρχουν άνθρωποι που διαπρέπουν ως διαπραγματευτές, μεσολαβεί ένα προσωπικό ταλέντο που αναδεικνύει τον ικανό διαπραγματευτή.

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι όλα τα παραπάνω δεν έχουν καμιά σχέση με την διαπραγμάτευση που κάνει η λαοσωτήριος κυβέρνηση Τσίπρα εδώ και δύο χρόνια. Αυτή είναι ένα θέατρο του παραλόγου χωρίς αρχή, μέση και τέλος, μια διαπραγμάτευση χωρίς πραγματικούς στόχους και αποτελέσματα -η ίδια η διαπραγμάτευση είναι ο αντικειμενικός σκοπός. Η ανοικονόμητη περσόνα του Γιάνη Βαρουφάκη επέτρεψε στον πρωθυπουργό να βρει ένα βολικό αποδιοπομπαίο τράγο για τις παλινωδίες και τις καταστροφικές επιλογές του πρώτου εξαμήνου. Χωρίς, όμως, να απαλλάσσεται των ευθυνών του ο εγωπαθής υπουργός, η κύρια ευθύνη πάντα βαρύνει τον πρωθυπουργό, αφού άλλωστε έχει αποδειχθεί ότι όχι απλά δεν διαφοροποιήθηκε σε τίποτε, αλλά σκόπιμα άφησε κάθε κυβερνητικό παράγοντα να τρέχει τις δικές του προσωπικές στρατηγικές και ροκάνισε επί μήνες χρήμα και χρόνο (άρα ακόμα περισσότερο χρήμα) για να καθυστερήσει όσο μπορούσε την λήψη των επώδυνων (κυρίως για το πολιτικό του προφίλ) αποφάσεων.

Η συνέχεια είναι ακόμα πιο εύγλωττη. Μετά την παρωδία ή μάλλον τραγωδία του πρώτου εξαμήνου και την αναβάπτιση στις εκλογές, άρχισε ξανά το παιχνίδι της ατέρμονης αυτοϊκανοποιούμενης διαπραγμάτευσης. Αντί να τρέχουν τις μεταρρυθμίσεις, ώστε να υπάρχει ανάγκη για λιγότερα δημοσιονομικά μέτρα και επίσπευση της ομαλοποίησης της εσωτερικής και εξωτερικής θέσης μας στην αγορά, καθυστερούν με κάθε τρόπο, επιβραδύνουν την πορεία του προγράμματος που οι ίδιοι επέβαλαν με την ανικανότητά τους και υποκαθιστούν τον στόχο της εξόδου από την κρίση με αυτόν της παράτασης της αβεβαιότητας για όσο είναι δυνατόν, προσδοκώντας Κύριος οίδε ποια απρόσμενη και άδηλη αλλαγή στους συσχετισμούς ισχύος, προκειμένου να επωφεληθούν μειώνοντας το προσωπικό και κομματικό τους τσαλάκωμα. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι απλός και ξεκάθαρος, η πρωταρχικότητα του ιδίου πολιτικού συμφέροντος, δηλαδή δεν τους πειράζει η ζημία της χώρας μπρος στη δική τους μακροημέρευση.

Αν τους ενδιέφεραν πραγματικά οι ονομαστικοί στόχοι που επικαλούνται καθημερινά (όπως πχ η ένταξη στην QE της ΕΚΤ) θα φρόντιζαν να κλείσουν τις αξιολογήσεις στην ώρα τους, δεν θα ομολογούσαν με αναισθησία ότι δεν έχει ολοκληρωθεί πάνω από το 30% των προαπαιτουμένων, ένα χρόνο σχεδόν μετά την προγραμματισμένη ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Απλούστατα και ξεκάθαρα, λοιπόν, δεν τους ενδιαφέρει η χώρα, σημασία έχει η πολιτική επιβίωσή τους. Ο μόνος λόγος που μας ξενίζει και μας θυμώνει όλο αυτό είναι γιατί συνειδητά ή ασυνείδητα αντιμετωπίζουμε τον ΣυΡιζΑ σαν ένα κανονικό κόμμα, ξεχνάμε την πραγματική του φύση και γνωρίζουμε ή ξεχνάμε τις ιστορικές και πολιτικές συνδηλώσεις της Αριστεράς, η οποία είναι ο αληθινός γονότυπος της κυβερνητικής παράταξης.

Γιατί αυτή είναι η Αριστερά, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, δεν πρέπει να το παραγνωρίζουμε, δεν επιτρέπεται να μην την αναγνωρίζουμε κάτω από τα οποιαδήποτε ψιμύθια της συμβατικής πολιτικής. Οι λίγοι ονειροπόλοι της κοινωνικής δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού, ουτοπιστές προμαρξιστές ή μεταμοντέρνοι σοσιαλφιλελεύθεροι, δεν είναι το αντιπροσωπευτικό πρόσωπο της Αριστεράς, όσο κι αν θα ήθελαν οι ίδιοι ή θα ήθελε η Ιστορία να είναι. Εκεί όπου η καθυπόταξη των μέσων στο σκοπό συμπλέκεται με την αναγωγή του σκοπού σε μέσο πολιτικής κυριαρχίας, εκεί ζει ατόφια η αριστερή συνείδηση. Όσος ηθικισμός κι αν επιστρατευθεί δεν φτάνει για να μασκαρευτεί η λαιμαργία για δύναμη. Αυτή η πολιτική κληρονομικότητα της αριστερής διακυβέρνησης υπαγορεύει τη στρατηγική της παρέλκυσης, την εφαρμογή της τακτικής του ανταρτοπολέμου στον ισχυρότερο αντίπαλο, για να επιτυγχάνεται με αψιμαχίες καθυστέρηση, που τρέφει την αντιρεαλιστική προσδοκία της εμφάνισης ενός από μηχανής σωτήρα της συγκυρίας.

Να, όμως, που κατά κανόνα κανένας σωτήρας δεν εμφανίζεται, άσχετα από την μυθοπλασία του επαναστατικού φαντασιακού και το μόνο που απομένει απτό και απαράβλεπτο είναι η ήττα, που νομοτελειακά έρχεται. Ήττα που δεν γεύονται, φυσικά, μόνο οι αριστεροί εξουσιαστές -ποιος θα νοιαζόταν, αν γινόταν αυτό, πέρα από την κλίκα- αλλά συνολικά η χώρα και ο λαός της, όλοι μας. Κάθε φορά μεγαλώνει ο κατάλογος των απωλειών μας από την επαχθή στρατηγική της ήττας που εφαρμόζουν, για να είναι συνεπείς με την επιχειρησιακή νόρμα της ιδεολογικοπολιτικής τους μήτρας. Δεν είναι τυχαίες οι συχνές αναφορές κάποιων κορυφαίων του ΣυΡιζΑ στο Μπρεστ Λιτόφσκ ή στη Βάρκιζα. Η Αριστερά φοράει την ιστορία της κατάσαρκα σαν φυλαχτό και αντλεί δύναμη και αυτονομιμοποίηση από αυτή, σε αντίθεση με τη Δεξιά που βολοδέρνει μεταξύ χαύνωσης και μεγαλοϊδεατισμού. Είναι αδύνατο να καταλάβει κάποιος τον τρόπο που σκέπτεται και δρα ο Τσίπρας και το κόμμα του (ναι, δικό του είναι), αν δεν έχει καλή αντίληψη της σκέψης και της πορείας των αριστερών κινημάτων.

Το πολιτικό DNA της κυβέρνησης υπαγορεύει την στρατηγική της ατέρμονης κατατριβής, όπου η σύγκρουση προκρίνεται από τη δημιουργία. Το ζήτημα είναι, όμως, και πάλι, τι κάνουμε οι υπόλοιποι. Ο Τσίπρας θα ροκανίσει κάθε ικμάδα ζωντάνιας της οικονομίας προκειμένου να πετάξει και το έσχατο φύλλο του, στην ελπίδα να ρεφάρει ή τουλάχιστον να τελειώσει η παρτίδα χωρίς να τελειώσουν οι μάρκες του. Η χώρα, όμως, δεν έχει πολύ χρόνο ακόμα, η άμμος σώνεται. Σε λίγο η κατάσταση δεν θα είναι αναστρέψιμη, όχι γιατί η κυβέρνηση θα εκτελέσει κάποιο τάχα κρυφό σχέδιο να μας πάει σε Grexit, αλλά γιατί πλέον θα εκλείψουν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που το αποτρέπουν. Πρέπει να σταθούμε πάση δυνάμει απέναντι στη στρατηγική της ήττας που παράγει η αριστερή νοοτροπία.

Γιατί η Αριστερά είναι απέναντί μας πρωτίστως ως νοοτροπία.-

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *