Η Πηνελόπη Δέλτα μέσα από τα μάτια του Αντώνη Σαμαρά

Του Αντώνη Κ. Σαμαρά

Ως δισέγγονος της Πηνελόπης Δέλτα διατηρώ πολλές και άσβεστες εικόνες της. Όχι βέβαια από την ίδια –μια που πέθανε πριν εγώ γεννηθώ– αλλά από τις κόρες και τις εγγονές της και κυρίως από τη μητέρα μου και από τη δεύτερη κόρη της Δ., τη γιαγιά μου, τη Βιργινία Ζάννα.

Κάποτε έλειπαν για καιρό οι γονείς μου στο εξωτερικό και ζούσα με τη γιαγιά μου μικρός, 12 χρονών τότε, στην Κηφισιά. Η Βιργινία Ζάννα ήταν πολύ αυστηρή αλλά και δίκαιη. Θυμάμαι όταν της ζήτησα να μου επιτρέψει να παρακολουθήσω από το μοναδικό ραδιόφωνο του σπιτιού –δεν υπήρχε τότε τηλεόραση– έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Η απάντησή της ήταν κοφτή: «Όχι, δεν διάβασες ακόμη. Δεν πρέπει!» Αντέδρασα όσο μπορούσα, αλλά τελικά επικράτησε το «δεν πρέπει» της γιαγιάς.

Όταν, όμως, τελείωσα το διάβασμα με φώναξε. «Αν νομίζεις ότι με το δικό μου “δεν πρέπει” σε στενοχώρησα», μου είπε, «άκου μιαν ιστορία. Ήμουν μικρότερή σου όταν η μητέρα μου διάβαζε το βράδυ στο κρεβάτι μας στις δύο αδερφές μου και σε μένα το «Για την Πατρίδα» (το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημά της Δ.). Όταν έφτασε τη διήγηση στο σημείο όπου ο ήρωάς της, ο νεαρός αξιωματικός Αλέξιος, έπρεπε, φυλακισμένος από τους Βουλγάρους, να σκοτωθεί, εμείς κλαίγοντας την παρακαλέσαμε όλες μαζί να μην «σκοτωθεί» στο μυθιστόρημα ο Αλέξιος. Ξέρεις τότε τι μας απάντησε η μητέρα μου; «Πρέπει, για την πατρίδα, πρέπει να πεθάνει. Και όταν πρέπει, πάει τελείωσε, πρέπει να πεθάνει!».

Αυτά συνέβαιναν στα 1963. 14 χρόνια αργότερα, το 1977, όταν η γιαγιά ήρθε να μου πει, με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο, τα συγχαρητήρια για την εκλογή μου ως βουλευτού, μου είπε τότε ένα δεύτερο – ακόμη πιο σκληρό αυτή τη φορά «πρέπει». «Πρέπει να θυμάσαι», είπε, «ότι ο παππούς μου (εννοούσε τον Εμ. Μπενάκη, πατέρα της ΠΣΔ), όταν έπρεπε μπήκε φυλακή. Ο πατέρας μου (εννοούσε τον Στέφανο Δέλτα) το ίδιο. Ο άνδρας μου (ο Αλέξανδρος Ζάννας) το ίδιο. Ο γιος μου (ο Παύλος Ζάννας) το ίδιο. Ελπίζω, για το καλό της πατρίδας, αν πρέπει και συ, ο εγγονός μου, κάποτε να μπεις φυλακή, να μην με απογοητεύσεις!».

Για την ΠΣΔ το μεγάλο «πρέπει» μόνον η πατρίδα μπορούσε να το διατάξει. Γι’ αυτήν η πατρίδα ήταν η μόνη άξια λόγου υπόθεση ζωής, η απόλυτη αλήθεια, αλλά και ο ίδιος ο σεβασμός του ανθρώπου στο πολυσήμαντο δέσιμο της μοίρας με τον τόπο του.

Και μια που η φιλοπατρία πάντα τρέφεται κυρίως από τη μνήμη του ιστορικού, η Δ έγινε άθελά της και ιστορικός. Μαζεύοντας συστηματικά αυτό που η ίδια ονόμαζε «ύλη εθνική». Έτσι, σε όλα τα βιβλία της, υπάρχουν απόλυτα εξακριβωμένα ιστορικά γεγονότα προερχόμενα από πηγές, αρχεία και ντοκουμέντα που κατά τρόπο πεισματώδη αναζητούσε και έβρισκε.

Η ΠΣΔ έζησε σε μια εποχή πραγματικής κοσμογονίας για την Ελλάδα. Ας πάμε όμως από την αρχή. Γεννήθηκε το 1874 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από τον Εμμανουήλ Μπενάκη και τη Βιργινία Χωρέμη.
Ανατράφηκε σε περιβάλλον αυστηρά οικογενειακό με αρχές πατροπαράδοτες αλλά ταυτόχρονα και με έλλειψη ζεστής επαφής ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Όπως αποκαλύπτει η ίδια στο βιβλίο της «Οι πρώτες ενθυμήσεις», τα παιδιά και κυρίως αυτή και τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια της, ο Αντώνης, ο γνωστός «Τρελαντώνης» και η Βιργινία (συνολικά ήταν 5 παιδιά), υποβάλλονται σε ένα αυστηρό σύστημα διδασκαλίας από ξένες γλώσσες και από ελληνικά σκέτα καθαρευουσιάνικα που την απωθούν.

Οι πλούσιες -αλλά στενόχωρες- συνθήκες που έζησε στην παιδική της ηλικία, επηρέασαν σημαντικά την κατοπινή ζωή και το έργο της. Και να η θέση της αυτή για το παιδί όπως παρουσιάζεται στο «Σπασμένο Βιολί», το πιο προσωπικό και αυτοβιογραφικό κείμενο που δημοσίευσε η Δ.

«… Τα παιδιά αισθάνονται και διαισθάνονται πολλά πράγματα, που δεν ξέρουν να τα εκφράσουν εκείνη την ώρα, μα που αφήνουν πληγές που δε γιατρεύονται ποτέ!… Και οι πληγές αυτές που φαίνονται τόσο απίθανες σε μεγάλους, γίνονται κάποτε από 5 και 6 χρονών και δουλεύουν μέσα στην ψυχή του παιδιού, κρυφά, αγνώριστα, μα πολύ ζωντανά, και αν δεν τις ανακαλύψουμε κάποτε, μας αφήνουν αρρώστια ψυχική που δεν γιατρεύεται ποτέ».

Όταν, το 1896, γεννιέται η πρώτη της κόρη, η Σοφία, είναι η εποχή που γίνονται στην Αθήνα οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Στην Πόλη έχουν ήδη ξεκινήσει οι πρωτοφανείς σφαγές των Αρμενίων. Το 1905 η Δ πρωτογνωρίζει τον Ίωνα Δραγούμη. Είναι η χρονιά που ο Βενιζέλος οργανώνει και ηγείται στην Κρήτη του κινήματος του Θερίσσου.

Η εποχή αυτή είναι πραγματικά τρικυμιώδης για την Ελλάδα. Μπορεί ο πόλεμος του 1897 να βρίσκει το Έθνος ταπεινωμένο. Όμως η ήττα αυτή έχει ενώσει την πολιτική και πνευματική ηγεσία του τόπου που προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια του. Ο Κωστής Παλαμάς εμψυχώνει τους κοιμισμένους Έλληνες με τη «Φλογέρα του Βασιλιά» όπου διακηρύσσει ποιητικά την ιστορική ενότητα του Ελληνισμού με το περιφρονημένο μέχρι τότε Βυζάντιο. Έχει ήδη ξεσπάσει ο Μακεδονικός Αγώνας που η Δ παρακολουθεί με φοβερή αγωνία και λαχτάρα. Ο δημοτικισμός ανθεί. Η Δ έχει ήδη συνδεθεί με τον πρώτο μεγάλο κύκλο των δημοτικιστών που τακτικά βρίσκονται σπίτι της ή αλληλογραφούν: Πάλλης, Εφταλιώτης, Τριανταφυλλίδης, Δελμούζος, Βλαστός. Ακολουθεί το κίνημα στο Γουδί, η ανάληψη της διακυβέρνησης του τόπου από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και οι Βαλκανικοί πόλεμοι που κάνουν επιτέλους πραγματικότητα το μεγάλο άπλωμα του Ελληνισμού.

Η Δ γράφει ακατάπαυστα:
•    Το 1909, «Για Την Πατρίδα»
•    Το 1910, «Στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου»
Δύο βιβλία που περιγράφουν τους νικηφόρους πολέμους του Βυζαντίου, δύο βιβλία που αποτελούν και τον προθάλαμο για τα «Μυστικά του Βάλτου» όπου ξαναστήνεται κατά τρόπο επικό ολόκληρος ο Μακεδονικός Αγώνας.

Το 1914 ο πατέρας της Δ, ο Εμμανουήλ Μπενάκης, εκλέγεται δήμαρχος Αθηναίων, ενώ στα 1916 με τα «Νοεμβρικά» συλλαμβάνεται. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ήδη ξεσπάσει. Είναι η εποχή που ο Σικελιανός βγάζει τον «Πρόλογο για τη Ζωή» και ο Einstein τη «Γενική θεωρία της σχετικότητας».

Η οικογένεια έχει ήδη εγκατασταθεί στην Κηφισιά. Το 1918 η Δ λαμβάνει μέρος σε δύο αποστολές στην Ανατολική Μακεδονία που χρηματοδοτεί η ίδια με τεράστια για την εποχή ποσά, για την περίθαλψη και παλινόρθωση των προσφύγων από τη Βουλγαρία. Κάθε φορά λόγοι υγείας την αναγκάζουν να εγκαταλείψει την αποστολή. Το 1920 ο Εμμανουήλ Μπενάκης φεύγει με τον Βενιζέλο στο εξωτερικό από όπου θα επιστρέψει το 1924. Η Δ γράφει στα 1921 «Τα Ανεύθυνα» ή «Ψυχές Παιδιών», που μαζί με το «Στοχασμοί περί της Ανατροφής των παιδιών», γίνονται κώδικες συμβουλών στην Ελληνίδα μάνα για τη σωστή ανατροφή των παιδιών της.

Βρισκόμαστε ήδη στην εποχή που η Ιταλία γνωρίζει τον Μουσολίνι, ενώ ο Κεμάλ Ατατούρκ γίνεται πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Το 1925 φανερώνονται τα πρώτα σημεία παράλυσης που θα βασάνιζαν τη Δ μέχρι τον θάνατό της. Είναι η χρονιά που γράφει τη «Ζωή του Χριστού». Θέλει να συνδέσει τον πατριωτισμό με την Ορθοδοξία. Στη σύνθεση του βιβλίου της συμπαραστέκεται θερμά ο στενός φίλος της και κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος που τότε ήταν Μητροπολίτης Τραπεζούντας. Την εποχή αυτή η Δ αφήνει ατελείωτο το πρώτο βυζαντινό μυθιστόρημα, «Το Γκρέμισμα», που είχε ξεκινήσει από το 1912.
Ο μύθος εδώ είναι σπουδαίος. Ξεκινά από τη σύλληψη του Ρωμανού Διογένη, του βασιλιά του Βυζαντίου, στο Μαντζικέρτ. Η Δ θεωρεί ότι οι μάχες του Μαντζικέρτ «είναι η αρχή του τέλους, η ώρα του θανάτου για το Βυζαντινό Κράτος».

Το 1928 πεθαίνει η μητέρα της ΠΔ και ένα χρόνο αργότερα και ο Εμμανουήλ Μπενάκης. Είναι στον κόσμο τότε η εποχή όπου ο Χίτλερ έχει ήδη τελειώσει το «Mein Kampf», ο Καζαντζάκης την «Ασκητική» του, είναι η εποχή που εμφανίζεται για πρώτη φορά η «Νέα Εστία», η εποχή που ο Μυριβήλης γράφει τη «Ζωή εν Τάφω». Λίγο αργότερα, εμφανίζεται ο Θεοτοκάς με την «Αργώ» και ο Καββαδίας με το «Μαραμπού». Το 1933 ο Ρούσβελτ γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ και πεθαίνει ο στενός φίλος της Δ από την Αλεξάνδρεια Κωνσταντίνος Καβάφης.
Μεταξύ του 1932 και του 1935 η Δ γράφει έναν ιδιαίτερο θεματικό κύκλο: τον «Τρελαντώνη» και τον «Μάγκα». Μέσα από τις μικρές περιπέτειες των παιδιών στην Αίγυπτο και στον Πειραιά, προβάλλει παιδαγωγικά τη σωστή αντιμετώπισή τους από τους μεγάλους. Που μέσα από το βιβλίο έμμεσα διδάσκονται πώς να συμπεριφερθούν στις σκανταλιές και τη ζωηράδα των παιδιών τους. Ο «Μάγκας» είναι ένας σκύλος που όμως αντιδράει σαν άνθρωπος. Και που στην ουσία γίνεται φορέας συμβουλών για κάθε γονέα.

Αντίθετα, το «Παραμύθι χωρίς Όνομα» που γράφτηκε και αυτό για τα παιδιά, έχει και έντονες πολιτικές προεκτάσεις. Μην ξεχνάτε ότι την ίδια χρονιά, στα 1910 δηλαδή, ξεσπά στην ελληνική επαρχία το Κιλελέρ, λίγο πριν τον ερχομό στην κυβέρνηση του Βενιζέλου.

H Δ δεν φοβάται να μιλήσει στο παιδί ακόμη και για τον θάνατο. Αρκεί ο θάνατος να συνδέεται με την τιμή, την αξιοπρέπεια και τη θυσία.
Στο «Παραμύθι χωρίς Όνομα», ο Μονοχέρης έχει χτυπηθεί, σας θυμίζω, θανάσιμα από το βόλι του εχθρού. Οδηγεί πληγωμένος, κουλός, τη βάρκα του που ήταν όλο κι όλο το Ναυτικό της χώρας του που κατέρρεε. Στη βάρκα του μέσα κουβαλάει τα φλουριά που θα γίνουν όπλα άμυνας και έπειτα αρχή της νίκης για την πατρίδα του. Πόση, όμως, αξία έχει η ζωή του μπροστά στη σωτηρία του τόπου του;

Θυμάμαι μικρός πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει το έμβλημα της Δ, το ex libris της βιβλιοθήκης της, που είναι ένα δένδρο δαρμένο από τους ανέμους όπου από κάτω γράφει: «Τσακίζει, μα δε λυγά». Είναι η εικόνα που συνοψίζει την αμείλικτη εκείνη επιταγή του «πρέπει» που από μικρό παιδί η κόρη της μου έδειχνε, λες και έπρεπε να το περάσει από γενιά σε γενιά… Πρώτα η φωνή του καθήκοντος και ύστερα η φωνή της καρδιάς.

Ό,τι έγραψε, λοιπόν, η Δ είχε ως αποκλειστικό κίνητρο την πατριδολατρεία.
Αφοσιωμένη στην αλήθεια, μισώντας το ψέμα με βαθιά φυσική απέχθεια και υπηρετώντας αδείλιαστα την πατρίδα, η Δ αποφασίζει να γράψει για τον θρύλο του Μακεδονικού Αγώνα. Το «Στα Μυστικά του Βάλτου» είναι το τελευταίο της έργο. Γράφεται στα 1937. Ο Βενιζέλος έχει ήδη πεθάνει. Και ο εμφύλιος πόλεμος μόλις έχει ξεσπάσει στην Ισπανία…

Στα «Μυστικά του Βάλτου» η Δ φανερώνει το προσωπικό της αδιαπραγμάτευτο τρίπτυχο: Πατρίδα, Συνείδηση, Θυσία.
Αγάπη για την πατρίδα, υποχρέωση συνείδησης για τον αγώνα, μέχρι και θυσία αν χρειαστεί.

Γι’ αυτό και συνταράσσεται η Δ όταν βλέπει γύρω της τον επιζήμιο εθνικό διχασμό του 1916 και τη διχόνοια του τόπου. Και γράφει:
«Πώς μπορούν Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες; Μήπως το σαράκι του διχασμού, το ρωμαίικο σαράκι δεν μας έφαγε και τότε; Μάλωναν αναμεταξύ τους οι Υδραίοι καπεταναίοι με τους Σπετσιώτες, γιατί τάχα συ και όχι εγώ, και περνούσαν οι μέρες και βοήθεια δεν πήγαιναν ούτε οι μεν ούτε οι δε στο πεινασμένο Μεσολόγγι».

Τα τελευταία της χρόνια η Δ τα πέρασε σπίτι της στην Κηφισιά ουσιαστικά παράλυτη. Υπέφερε αβάσταχτα. «Η αρρώστια είναι ανυπόφορη», γράφει στο ημερολόγιό της, «όχι για τον πόνο που δίνει, αλλά γιατί σε καθιστά ανίκανο να δουλέψεις και σ’ αφήνει άοπλο στο βάσανο της θύμησης».
Αλλά συνεχίζει να γράφει. Τον Δεκέμβριο του 1939 τελειώνει τις «Ρωμιοπούλες«. Είναι και το τελευταίο της έργο. Ήδη με τον θάνατο του Βενιζέλου, τρία χρόνια νωρίτερα, σβήνει μέσα της οριστικά το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, αφού χάθηκε γι’ αυτήν η ίδια η προσωποποίησή της που ήταν ο Βενιζέλος.
Η Δέσποινα Δαπέργολα, η ηρωίδα στις «Ρωμιοπούλες» είναι, πιστεύω, η ίδια η Δ.

Γράφει:
«Ζούσε τώρα εκείνη, ένα χρόνο και πάνω μόνη, κατάμονη κι έρημη, χωρίς άλλο φως από τη λάμψη της δόξας της εθνικής. Και θάμπωσε τώρα κι αυτή. Τη θάμπωσε το ίδιο το Έθνος».

Και οι «Ρωμιοπούλες» τελειώνουν ως εξής:
«Της ήλθε αναγούλα, η φοβερή αναγούλα της απογοητεύσεως, του σκοτωμένου ονείρου, που καμμιά σου θέληση δεν μπορεί να το αναστήσει…
Πήρε την πένα της, και με σφιγμένα δόντια, κάτω από την τελευταία γραμμένη γραμμή χάραξε δυο λέξεις:
«Finis Greciae» (Το τέλος της Ελλάδος)
Σήκωσε το χέρι να πάρει το στυπόχαρτο και σκόνταψε το άθικτο μποντιλάκι με τις ανακουφιστικές στάλες.
…Πειρασμός ή απόφαση;
Άνοιξε το μποντιλάκι, το άδειασε ολόκληρο σ’ ένα ποτήρι και το ήπιε ως την τελευταία ρανίδα».

Είναι τραγικό αλλά συμβολικό συνάμα. Τις δυο λέξεις, «Finis Greciae», τις είχε ξαναγράψει η Δ στο ημερολόγιό της τη μέρα του θανάτου του Βενιζέλου…

Βρισκόμαστε ενάμιση χρόνο αργότερα, 27 Απριλίου του 1941.

Η μπότα του βάρβαρου ναζί κατακτητή έχει πατήσει την Αθήνα. Η Δ παρακολουθεί στην Κηφισιά άναυδη από το ραδιόφωνο την αλαζονική αναφορά του Γερμανού διοικητή της Αθήνας προς τον Φύρερ: «Η σβάστικα κυματίζει υπερήφανη στην Ακρόπολη!»

Η αδούλωτη ψυχή, η μεγάλη μητέρα όλων των παιδιών, η γυναίκα που έζησε για να πλημμυρίσει με τις γραπτές εικόνες της τις ψυχές των παιδιών από Ελλάδα, την Ελλάδα του «πρέπει», δεν άντεξε στο άκουσμα ότι η ναζιστική σημαία σκέπασε την Ακρόπολη. Αυτοδηλητηριάστηκε. Η μοίρα της πατρίδας της τής έδωσε να παίξει η ίδια τον ανατριχιαστικό μα τόσο υπερήφανο ρόλο της δικής της ηρωίδας, της Δέσποινας Δαπέργολα.

Πέθανε, υποφέροντας πολύ μετά από πέντε μέρες, μία μέρα πριν ορκιστεί στην Ελλάδα η πρώτη κατοχική κυβέρνηση των προδοτών. Έτυχε η μάνα μου, εθελόντρια τότε του Ερυθρού Σταυρού, να είχε κατέβει από τη Θεσσαλονίκη. Βρέθηκε συνεχώς στο πλάι της. Όταν κάποτε ρώτησα τη μητέρα μου ποιο κείμενο από όσα γράφτηκαν για τη γιαγιά της την αντιπροσωπεύει περισσότερο, εκείνη διάλεξε αυτό το κείμενο του Λευκοπαρίδη με το οποίο και θέλω να τελειώσω την αναφορά μου στην Δ:
«Όποια στιγμή και απ’ όποιο πρίσμα την αντικρίσεις, πάντα θα βρεις γρηγορούσα, «στητή και ολόρθη, μια ψυχή φλογερή, περήφανη και απτόητη, αδιάκοπα τανυσμένη έως το ακρότατο σημείο της αντοχής. Μία για πάντα έσυρε διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο σπάνιο και στο συνηθισμένο, ανάμεσα στο ηρωικό και το ανθρώπινο. Πάντα στραμμένη προς τις κορυφές, απαιτεί από την προσπάθεια υπέρτατη ένταση, από την αγάπη υπέρτατη θυσία και από το ήθος υπέρτατη αρετή».

Το κείμενο γράφτηκε στον αθηναϊκό Τύπο πριν από μία δεκαετία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *